Γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Κάποια μέρα ανεχώρησε μαζί με άλλους 36 συμπατριώτες του για την Κύπρο, για να ζήσουν μοναχική ζωή. Εγκαταστάθηκαν στο χωριό Ερήμη. Μια ομάδα 39 Κυπρίων μοναχών μαθαίνοντας γι’ αυτούς και την αρετή τους πήγαν να τους συναντήσουν. Αποφάσισαν τότε όλοι μαζί να αναχωρήσουν για την Αττάλεια. Εκεί συνάντησαν άλλους 24 μοναχούς. Και οι ενενήντα εννέα ασκητές αποφάσισαν να ζήσουν μαζί. Από εκεί πάλι για λόγους περισσότερης ησυχίας, μακριά από τον κόσμο αναχωρούν για την Κρήτη. Ένας δυνατός άνεμος τους αναγκάζει να αράξουν στο αντίπερα της Κρήτης νησί Γαύδος. Φεύγοντας μετά από λίγες μέρες για την Κρήτη ξέχασαν τον Ιωάννη. Όταν το αντελήφθησαν, άρχισαν από μακριά να του φωνάζουν. Αυτός απλώνοντας το ράσο του και κάνοντας το σημείο του Σταυρού σε λίγη ώρα έφθασε προς τους αδελφούς του. Στην Κρήτη βρήκαν σπήλαια και ασκήτεψαν, αφού χωρίσθηκαν σε δύο ομάδες. Ο Ιωάννης παίρνοντας ευλογία πήγε μόνος του για περισσότερη ησυχία και άσκηση. Λόγω της πολλής άσκησης περπατούσε κυρτός «ως κτήνος». Κάποιος βοσκός που κυνηγούσε τον εξέλαβε για ζώο και τον σκότωσε με το βέλος του. Όταν ο βοσκός κατάλαβε τι έκανε, ζήτησε από τον Άγιο να τον συγχωρέσει. Ο Άγιος τον συγχώρεσε και κοιμήθηκε. Το σπήλαιό του μετατράπηκε σε εκκλησία αφιερωμένη στο όνομά του.
Η μνήμη του τιμάται στις 6 Οκτωβρίου, όπως επίσης και των υπολοίπων συνασκητών του, οι οποίοι παρέδωσαν την ψυχή τους κατά το αίτημά τους προς τον Θεό, την ίδια ώρα που κοιμήθηκε ο Άγιος.